Τάσου Αθανασιάδη - Η Αίθουσα Του Θρόνου

Είταν ένα πρωΐ μ' αλαφριά καταχνιά. Σαν βρέθηκαν ξανά στην αποβάθρα η Φιλιώ με το Λουκά, σκέφτηκαν πως θάτανε πολύ μονότονα οι δυο τους μέσα στο θλιμένο σπίτι τους. Τότε η γιατρίνα είπε στη Γλαύκη, πως θα τους έδινε μεγάλη ευχαρίστηση αν ερχότανε στις Σπαθιές να τους κάνει συντροφιά. Θά'παιρνε ήσυχη τα μπάνια της, θα διάβαζε απ' τη μικρή βιβλιοθήκη. Αν ήθελε να πάει, οι Κρεμασμένοι είτανε κοντά. Θα ψαρεύανε. Η Γλαύκη σκίρτησε από χαρά. Σίγουρα, αποκρίθηκε, δε θα περνούσε καλύτερες μέρες. Επειδή η Φιλιώ είχε παραμελήσει το ιατρείο της στις μαθητικές κατασκηνώσεις, βιαζόταν να γυρίσει το γρηγορώτερο τις Σπαθιές. Συμφώνησαν η Γλαύκη να πάει το βράδυ.


Καθώς χωρίζονταν, ύστερα από λίγο, μπρος απ' τα μοτόρια, η γιατρίνα κοίταξε τη Γλαύκη αμήχανη. Στο σπίτι τους, είπε, είχαν ανάγκη από γυναίκες δυνατές, επειδή οι άντρες τους δεν φημίζονταν καθόλου για την ψυχική αντοχή τους. Παράδειγμα ο πατέρας της και ο θείος της. Γι' αυτό, τους έδωσε μεγάλη ευχαρίστηση, που δέχτηκε να'ρθεί στις Σπαθιές. Η Γλαύκη χαμογέλασε με απορία. Δεν είχε καταλάβει, είπε, ποιους άντρες εννοούσε. Εκείνη ήξερε μονάχα το Λουκά, που όσο τον γνώριζε πιο πολύ τον εκτιμούσε. Α, μα - της το εμπιστευότανε - εννοούσε και τον κύριο Ανδρουλή. Είτανε τόσο αυθόρμητη η χαρά της Γλαύκης μόλις το άκουσε, που η Φιλιώ συγκινήθηκε αληθινά. Σκέφτηκε πόσο άδικο είχε να υποπτευθεί τη γνωριμία τους και να ζηλέψει. Της χάιδεψε το πηγούνι γεμάτη τύψεις. Τίποτε, βέβαια, επίσημο ακόμη. Ωστόσο... θα την περίμενε με μεγάλη χαρά στις Σπαθιές. Το φεγγάρι μεγάλωνε... Και πήδηξε στη μπενζίνα, λυτρωμένη απ' τις υποψίες της.

Η Γλαύκη γυρίζοντας στο ξενοδοχείο για να πάρει το μπανιερό της, αναρωτιότανε παραξενεμένη γιατί να τη θεωρούνε δυνατή, ενώ είτανε πολύ μόνη. Τα 'νιωθε ακόμη όλα τόσο διάχυτα γύρω της, σα να τα 'βλεπε καθρεφτισμένα θολά μέσα στον εαυτό της. Γι' αυτό, τα ποιήματά της φαίνονταν ώρες - ώρες, σαν αποσπάσματα. Πώς μπορούσαν, λοιπόν, να τη νομίζουν δυνατή, αφού δεν έκανε τίποτε περισσότερο απ' το να βρίσκεται καλόβολη ανάμεσα στους άλλους μα να ξαναγυρίζει στον εαυτό της φοβισμένη; Μήπως παίρνανε για δύναμη τις παραξενιές της που, ώρες - ώρες, και την ίδια παραξενεύανε; Να 'τανε, άραγε, "οι άλλοι" λιγότερο δυνατοί απ' όσο τους φανταζότανε ή, πάλι, να θεωρούσε "δύναμή" τους ό,τι απ' αυτούς αγνοούσε;

Βυθισμένη στις σκέψεις της, ξαφνιάστηκε σαν βρέθηκαν μπρος της η Άλβα, η μεγαλύτερη κόρη του σουηδού, με τη νέγρα της. Είτανε ξυπόλητες, με μπικίνι και το πουκάμισό τους κόμπο κάτω απ' το στήθος τους. Είχαν έρθει να την πάρουν, για να κάνουνε μαζί το μπάνιο τους στην πισίνα της "Βαλκυρίας". Το μεσημέρι θα τρώγανε μαζί. Η φοιτήτρια της Ιατρικής χάιδεψε το μπράτσο της Γλαύκης. Τους είχε μεταδώσει, είπε, ο πατέρας τους την αγάπη του γι' αυτή. Εκείνες όμως το πρόσεξαν αργά πως είχε τόσο χαρακτήρα. Αιστάνθηκαν, μάλιστα, κάποια ντροπή, γιτί την ανακάλυψαν καθυστερημένα. Θα τους ευχαριστούσε πολύ αν ερχότανε. Η Γλαύκη, που σκόπευε να πάει για μπάνιο στο Καμινάκι, δέχτηκε πρόθυμη.